Τα Νέα της Συκής

  • Συκή Πηλίου

Η Συκή κατά την Πηλιορείτικη Επανάσταση του 1821 (Μέρος Γ)

Ο πολεμικός αγώνας των Συκιωτών μετά την καταστροφή του χωριού



Περίληψη Μέρους Β (Δημοσιεύτηκε στις 19/03/2021)


Μετά την κάθοδο του Δράμαλη στο Μωριά, στο Πήλιο έρχεται ο Αλιό-πασάς, υπαρχηγός των στρατευμάτων του Κιουταχή, με μοναδικό στόχο του να καταπνίξει την επανάσταση που βαστούσε στο Τρίκερι. Οι Επαναστάτες αντέχουν μέσω ηρωικών μαχών των στρατευμάτων του Καρατάσου, όμως τα χωριά από τα Λεχώνια μέχρι το Προμύρι βρίσκονται ανυπεράσπιστα. Οι Συκιώτες, μαθαίνοντας την εγκατάσταση του νέου Πασά στα Λεχώνια, στέλνουν τους Πρόκριτους του χωριού τους να τον προσκυνήσουν, να γνωρίσουν τις διαθέσεις του, αλλά και να του ζητήσουν να επικυρώσει το Μπουγιουρντί του Δράμαλη, δηλαδή το έγγραφο αμνηστίας με το οποίο το χωριό διατηρούσε μία μορφή ανεξαρτησίας προς την Οθωμανική διοίκηση. Ο Αλίο, επικυρώνει το Μπουγιουρντί, όμως στις 2 Μαΐου του 1822 μπαίνει στα χωριά και τα καταστρέφει. Η Συκή καίγεται ολοσχερώς, μαζί και ο ιερός ναός Αγίου Γεωργίου, καθώς και το Μοναστήρι του Προδρόμου. 324 κάτοικοι του χωριού σκλαβώνονται, ενώ φονεύονται 23. Από τη μανία των Τούρκων κατόρθωσαν να γλυτώσουν ελάχιστοι Συκιώτες, οι περισσότεροι κρυμμένοι κατά την άφιξη του πασά στο χωριό, ενώ από τους 324 που σκλαβώθηκαν, στο δρόμο που τους οδηγούσε το τούρκικο στράτευμα κάποιοι κατορθώνουν να ξεφύγουν και να επιστρέψουν στο χωριό κι έπειτα να κρυφτούν κοντά στη θάλασσα, με μία ομάδα Τούρκων να τους καταδιώκει.


Φάση 3η: Η πολεμική δράση των Συκιωτών



Κυνηγημένοι, νηστικοί και περιπλανώμενοι για μέρες στις παραλίες ανατολικά του χωριού, οι λιγοστοί δραπέτες Συκιώτες δεν ήξεραν που vα βρουν καταφύγιο. Πάνω στην απόγνωσή τους, θυμήθηκαν μια κρυψώνα κοντά στην ακρογιαλιά. Υπάρχει σ’ ένα γκρεμό στην ακρογιαλιά μια σπηλιά, γνωστή μέχρι παλαιότερα ως η σπηλιά του Αράπη. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της θέσης Σφέρτης, δυο λεπτά απόσταση περίπου από τη θάλασσα. Από στεριάς είναι απάτητη, ενώ μόνο από τη μεριά της θάλασσας μπορεί να την πλησιάσει κανείς. Σιγά σιγά και με κάθε προφύλαξη οι κυνηγημένοι τρύπωσαν εκεί μέσα για να επιβιώσουν.


Οι Τούρκοι όμως που δεν έλεγαν να σταματήσουν την καταδίωξη, δεν άργησαν να τους ανακαλύψουν. Σύμφωνα με το Χρονικό, προσέγγισαν τη σπηλιά από την πλευρά της θάλασσας και αρχίσαν να φωνάζουν στους διωκόμενους να παραδοθούν. Εκείνοι αρνήθηκαν. "Τι είχαν τάχα να ελπίσουν από τα λυσσασμένα εκείνα θεριά; Κι αν γλύτωναν το μαχαίρι, τους περίμενε το σκλαβοπάζαρο. Ούτε λόγος λοιπόν για συμβιβασμό" (Γ. Ρηματισίδης). Οι προσταγές των Τούρκων συνεχίζονταν για σχεδόν ολόκληρη την ημέρα, όμως οι Συκιώτες δεν παραδίδονταν. Όταν άρχισε να σουρουπώνει, ένας εκ των στρατιωτών απ' το τούρκικο ασκέρι, "ξεφρενιασμένος κι απόκοτος", φώναζε και φοβέριζε. Σε μια στιγμή, με το μαχαίρι στα δόντια, σκαρφάλωσε στα βράχια κι ανέβαινε στη σπηλιά (Β. Σκουβαράς).

- "Όλους δεμένους θα σας τους κατεβάσω κάτω τους γκιαούρηδες! - έκραζε. Μα μόλις ωστόσο πρόβαλε το πισσόχριστο μούτρο του στο στόμιο της σπηλιάς, ο γέρο - Αναγνώστης, πατέρας του Νικόλα και του Ζαχαρού, του άστραψε μια με το καριοφίλι του" (Γ. Ρηματισίδης). Ο τολμηρός Τούρκος κατρακύλησε στο γκρεμό κι έπεσε μέσα στη θάλασσα νεκρός. Βλέποντας το σκηνικό, οι υπόλοιποι Τούρκοι έφυγαν. Η νύχτα είχε έρθει.

Η Πανταζή Άμμος - μία από τις παραλίες στις οποίες είχαν καταφύγει οι Συκιώτες

Αργά και με χίλιες προφυλάξεις βγήκαν κι οι Συκιώτες από το σπήλαιο και τράβηξαν και κρύφτηκαν στην περιοχή του Νεοχωριού. Δεv ήταv ασφαλές πια να σταθούν στη σπηλιά, μήτε να τριγυρνάνε στα ακρογιάλια. Η δασώδης περιοχή μεταξύ της Συκής και του Νεοχωρίου προσέφερε καλύτερη κάλυψη από εχθρικά μάτια.



Ο Ευστάθιος Ρηματισόπουλος έμαθε το χαλασμό του χωριού του ενώ βρισκόταν στο Τρίκερι. Εκεί είχε καταφύγει o επαναστατικός στρατός μετά την κατάληψη της Μηλίνας απ' τους Τούρκους. Μαθαίνοντας τα γεγονότα, μπαίνει σε ένα μικρό πλοιάριο με μερικούς συντρόφους του και μετά από μικρό ταξίδι φτάνει στο Συκιώτικο ακρογιάλι. Εκεί μαζί με τους συμπολεμιστές του άρχισε να ψάχνει στις ακτές να βρει κανένα Συκιώτη για να μάθει τίποτε για την τύχη της οικογένειας του. "Ξελαρυγγιάστηκαν να χουγιάζουν στα βράχια και στις ρεματιές" (Γ. Ρηματισίδης). Έφτασαν στη θέση Σύρτα, στο αρχαίο λιμάνι της Συκής, απέναντι από τη θέση Σφέρτης όπου είχαν καταφύγει αρχικά οι διωκόμενοι επιζόντες Συκιώτες, πάντα φωνάζοντας και ψάχνοντας. Ξετρύπωσαν μέσα από τα χαμόκλαδα μερικοί κρυμμένοι Συκιώτες: ο γαμπρός του Δημήτρης με τη γυναίκα του και κόρη του Ρηματισόπουλου, Ελένη (είχε κρυφτεί σε μια κάδη και έτσι οι Τούρκοι δεν τη συνέλαβαν μαζί με τους άλλους Συκιώτες), ο Δημήτρης Χατζόπουλος, ο Νικολός Αλαμάνας, ο Γεώργιος του Μανόλη, ο Γιάννης Κρόκος, ο θείος του χρονογράφου Ζαχαρίας και μερικοί άλλοι ακόμα.


Σύγχρονη άποψη της Σύρτας, το παλιό λιμάνι της Συκής

Εκεί στην ακρογιαλιά καθισμένοι ανιστόρησαν την τραγωδία της Συκής και το σκλαβωμό των δικών τους. Με καρδιά συντριμμένη, άκουσε ο Ρηματισόπουλος τη μαύρη τύχη της οικογένειας του. "Έκλαψε πολλή ώρα εκεί στην αμμουδιά ακουμπισμένος κι αρμυρά τα δάκρυά του έσμιγαν με το ολάρμυρο κύμα. Οι άλλοι τον συντρόφευαν στη θλίψη του, σιγοκλαίοντας ο καθένας για τους δικούς του. Όλους τους είχε αγγίξει η συμφορά με τη μαύρη φτερούγα της" (Β. Σκουβαράς). Τέλος ο Ευστάθιος, αφού ξεθύμανε, ξαναβρήκε τον εαυτό του. Πολεμιστής ήταν. Μίλησε στους Συκιώτες, μ' αυτά τα λόγια, σύμφωνα με τα όσα γράφει στο Χρονικό ο Γ. Ρηματισίδης:


«Ω αδελφοί μου! Δεν πρέπει, να νομίζωμεν τους τούρκους ανδρειωμένους και σιδηρένιους και ωσάν θηριά, και από τον φόβον μας να τρέχωμεν να πνιγώμεν, αλλά πρέπει να σταθώμεν ανδρειωμένα να εξαγοράσωμεν και να εκδικηθώμεν τουλάχιστον τα τέκνα μας. Διότι και αυτοί οι τούρκοι σώμα έχουν καθώς και ημείς. Διατί λοιπόν να τους φοβώμεθα τόσον; Δεν είναι εντροπή μας να βλέπωμεν 5-10 τούρκους και να τρέχωμεν εις τον κρημνόν; Και σεις κρέας έχετε αλλά και ο τούρκος ομοίως. Δια ποίον λοιπόν λόγον ελάβαμεν τόσον φόβον; Άλλο, φίλοι μου, δεν είναι το αίτιον του τόσου φόβου αλλά η απειρία μας, διότι όντες ημείς άπειροι της πολεμικής τέχνης φοβούμεθα τόσον τους τούρκους. Όσον το κατ' εμέ όμως είμαι αποφασισμένος να χύσω και την υστερινήν ρανίδα του αίματός μου. Τι την θέλω τοιαύτην ζωήν; Ας λείπει. 'Ή θα έκδικηθώ την σύζυγον μου και τα τέκνα μου ή ας αποθάνω κι εγώ. Όθεν όποιος είναι άνδρας ας μ' άκολουθήση ίνα έκδικηθώμεν το αίμα των εδικών μας!»



Υστερ' απ' αυτά ξεθάρρεψαν κάπως οι κατατρομαγμένοι εκείνοι ραγιάδες. Αποφάσισαν λοιπόν να βγουν στην αντεπίθεση. Καλύτερη η βασανισμένη κι επικίνδυνη ζωή του κλέφτη -πολεμιστή από τη ζωή του δειλού, "που σειούνται τα φύλλα των δέντρων και σύγκαιρα σειούνται και τα φυλλοκάρδια του" (Β. Σκουβαράς). Το πλοιάριο έφυγε ξανά για το Τρίκερι αφήνοντάς τους άρματα και λίγες προμήθειες.


Οι Συκιώτες ανέβηκαν με προφύλαξη στο έρημο και κατεστραμμένο χωριό. Οργανώθηκαν, συμμάζεψαν κάπως όσα μπορούσαν να συμμαζέψουν από τα σπίτια τους και ετοιμάστηκαν για ενδεχόμενη επιδρομή από την πλευρά των Τούρκων. Υστερ' από δυο - τρείς μέρες είχαν την πρώτη τους συμπλοκή. Ένα μπουλούκι από είκοσι τούρκους καβαλάρηδες κάλπαζε προς τη Συκή.


Δώδεκα Συκιώτες, κρυμμένοι λίγο πιο έξω απ' το χωριό στη θέση Κοντόρεμα, τους ρίχτηκαν μ' αποκοτιά.

Βρύση στο Κοντόρεμα, χτισμένη το 1700

Ντουφέκισαν τ' άλογά τους. Γκρεμίστηκαν λαβωμένα τ' άτια, ενώ οι τούρκοι αναβάτες τους σαστισμένοι χώθηκαν στο δάσος και εξαφανίστηκαν. Οι Συκιώτες γύμνωσαν τ' άλογα από το φορτίο τους. Όπλα και πολεμοφόδια τα πήραν λάφυρα. Θα τους χρησίμευαν πολύ από εδώ και πέρα. Από τη μέρα εκείνη δεν ξαναπάτησε Τούρκος στη Συκή.




Μετά τη σύγκρουση στο Κοντόρεμα, οι Συκιώτες πήραν αυτοπεποίθηση. Μαζεύτηκαν αρχικά μία ομάδα γύρω στα εικοσιπέντε ντουφέκια. Αρχηγός τους ο Ρηματισόπουλος.


Πήγαν και λημέριασαν στη θέση Παλιόρογγο, προς τα σύνορα των Αφετών (Νιάου). Υπήρχε εκεί μια μονάχα βρύση και παραπάνω ένα πετράλωνο. Εκεί ήταν το λημέρι τους, μέρος συχνοπάτητο μιας κι ανταμώνονται oι δρόμοι τεσσάρων χωριών: της Συκής, της Αργαλαστής, του Νεόχωριου και των Αφετών, λογικά κοντά στη σημερινή θέση που είναι γνωστή ως "Δέλτα Νεοχωρίου". Πολύ γρήγορα πήραν τον αέρα του κλεφτοπόλεμου κι έγιναν ξεφτέρια στις ενέδρες. Τα τούρκικα στρατιωτικά και διαβατικά αποσπάσματα διάβαιναν συχνά από εκείνο το μέρος. Κατευθύνονταν προς την Αργαλαστή ή στο Τρίκερι, όπου βρισκόταν όλο το τούρκικο στράτευμα και πολεμούσε με τις επαναστατικές δυνάμεις του Γκιαουρ-Καρά-πασιά - όπως έλεγαν οι τούρκοι τον αρχηγό των ελληνικών επαναστατικών ομάδων, Τσάμη Καρατάσο (Κ. Λιάπης).


Η πιθανή τοποθεσία δράσης των Συκιωτών

Οι Τούρκικες ομάδες, άλλοτε μικρές, άλλοτε μεγάλες πάθαιναν κυριολεκτικά θραύση από τους Συκιώτες. Μια μέρα οι πολεμιστές του Ρηματισόπουλου αιφνιδίασαν και σκόρπισαν ένα απόσπασμα από εκατό περίπου Τούρκους σκοτώνοντας αρκετούς και αιχμαλωτίζοντας πέντε. Τον ένα αιχμάλωτο τον έσφαξε με το χέρι του βάρβαρα ο ίδιος ο Ευστάθιος Ρηματισόπουλος σύμφωνα με το χρονικό - «καθ' ον τρόπον σφάζουσι τα πρόβατα» (Γ. Ρηματισίδης) - και τους άλλους τέσσερις τούς έδεσαν χειροπόδαρα και τους έκαψαν στη φωτιά ζωντανούς. Πράξη σκληρή που προσπαθεί να τη δικαιολογήσει ο χρονογράφος:


«Επ' αληθείας σκληρά είναι αυτή η πράξις, τo νά σφάξη τις και να κάψη ζώντας. Αλλ' αν στοχασθή τινάς την πράξιν ην έκαμον οι τούρκοι κατά τών 370 ψυχών της Συκής, ευθύς χωρίς την μικράν αμφιβολίαν θα αθωώση τον πατέρα μου και τους υπο την οδηγίαν του ανδρείους Συκεώτας, διατί έπραξαν απανθρώπως. Πολλάκις ο μακαρίτης μοί έδιηγείτο οτι, οσάκις ενεθυμείτο την μητέρα μου, τους αδελφούς μου, και εν γένη τους συγγενείς και χωριανούς του, τους οποίους είχον αιχμαλωτίσει και φονεύσει οι τούρκοι, εφλογίζετο υπερβαλλόντως και έπνεε μεγίστην εκδίκησιν κατά των Οθωμανών. Και δικαίως. Διότι όστις είναι πατήρ και πάθει τα όμοια εκεινών τότε θα ευνοήση» (Γ. Ρηματισίδης).



Σε μεγάλη ανησυχία μπήκαν οι Τουρκοι ύστερ' απ' αυτά. Τα νέα των επιθέσεων που έφταναν στα Λεχώνια και στον Αλιό πασά κάθε τόσο, ήταν ένα πράγμα που ο ίδιος δυσκολευόταν να εξηγήσει. Μόνο το Τρίκερι του αντιστεκόταν, τα χωριά τα είχε κάψει και τους κατοίκους τους τους είχε σκλαβώσει. Από που ξεφύτρωναν όλοι εκείνοι οι συμμορίτες και σκότωναν τους στρατιώτες του; Ήταν τόσες oι απώλειές των Τούρκων, και τόσο συχνές, που πίστευαν ότι oι κλέφτες που παρουσιάζονταν στο δρόμο προς την Αργαλαστή θα ξεπερνούσαν σίγουρα τους εκατόν πενήντα. Γι' αυτό εφάρμοσαν κι αυτοί άλλη τακτική: οι αποστολές τους γίνονταν μεγάλες σ' αριθμό και το σπουδαιότερο, έπαιρναν μαζί τους Έλληνες, κυρίως Νεοχωρίτες, τους ανακάτευαν με τους Τούρκους, έτσι που να διστάζουν οι Συκιώτες να τους χτυπούν, από φόβο μη σκοτώσουν και συντοπίτες τους μαζί.



Οι Συκιώτες ωστόσο από εκείνο το χρονικό σημείο, άρχισαν να ζυγίζουν τις επιθέσεις τους. Όταν έβλεπαν να περνά μεγάλο στράτευμα, δεν επιτίθονταν. Ρίχνονταν κυρίως σε ολιγάριθμες ομάδες. Και πάντα βρίσκονταν και τέτοιες ομάδες. Ήταν εκείνοι που έρχονταν κατευθείαν από τη Λάρισα και δεν ήξεραν τίποτε για τον θάνατο που παραμόνευε εκεί τριγύρω στο Παλιόρογγο. Μία μέρα, μια τέτοια ομάδα από εφτά στρατιώτες ξεπατώθηκε ολάκερη. Στη σύγκρουση μάλιστα αυτή ο Συκιώτης Κωνσταντής Χρίστου Ξαγάνης σκότωσε ένα Τούρκο με μια κοτρώνα (=μεγάλη πέτρα), που του τη σφεντόνισε κατακούτελα (Β. Σκουβαράς).


Στο μεταξύ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Η αντίσταση βέβαια είχε λυγίσει σ' όλα τα πηλιορείτικα χωριά, μα στο Τρίκερι αλλά και στα περίχωρα της Αργαλαστής τα επαναστατικά στρατεύματα βαστούσαν ακόμα.

Οι καπεταναίοι Καρατάσος, Αγγελής Γάτζος, Μήτρος Λιακόπουλος, Μήτρος Μπασδέκης, όχι μονάχα δεν παραδίνονταν, μα πολεμούσαν με πείσμα. Σε πολλές μάχες οι απώλειες των τούρκων σε σκοτωμένους, λαβωμένους, αιχμάλωτους και πολεμοφόδια ήταν σημαντικές.

Σύγχρονη άποψη του Τρικερίου


Ο Aλιό-πασάς είχε κυριολεχτικά λυσσάξει. Στάλθηκε για να υποτάξει τη Θεσσαλομαγνησία και δεν το είχε ακόμη καταφέρει. Η βραχόσπαρτη άκρη της, το Τρίκερι, έμενε ανυπόταχτη. Τη στεριανή της πλευρά την κρατούσαν Πηλιορείτες, Μακεδόνες και Κασσαντρινοί επαναστάτες. Απ' τη μεριά τής θάλασσας ήταν δύσκολο να πατηθεί. Ο Αλιό–πασάς δεν είχε στόλο στη διάθεσή του. Ο Σουλτάνος στην Πόλη περίμενε αποτέλεσμα κι ο Αλιό-πασάς περνούσε τον καιρό του με το φόβο της ενοχής και το βραχνά της τιμωρίας. Όλη η μανία του ξεσπούσε στα πηλιορείτικα χωριά και στ' ανυπεράσπιστα γυναικόπαιδά τους. Στο χέρι του ήταν να καίει, να σφάζει και να σκλαβώνει. Είχε πάρει μια τρομερή απόφαση: Να ξεκληρίσει όλον τον πηλιορείτικο πληθυσμό. Μα δεν πρόφτασε.


Ο Μακεδόνας Οπλαρχηγός Τσάμης Καρατάσος

Μια νύχτα το στράτευμα του Καρατάσου ρίχτηκε ξαφνικά πάνω στο λόφο της Γατζέας, πού είχε στρατοπεδέψει ο πασάς. Μαζί του και πολλές από αυτές τις ομάδες στρατιωτών που συνέχιζαν τον πόλεμο μακριά από το Τρίκερι (Κ. Λιάπης), όπως και οι Συκιώτες. Με ξεγυμνωμένα τα σπαθιά οι κλέφτες χύθηκαν μέσα στις σκηνές αλαλάζοντας και σφάζοντας. Ήταν ένα από τα πιο παράτολμα ρεσάλτα που έγιναν στην διάρκεια του πηλιορείτικου ξεσηκωμού. Αρκετοί Τούρκοι σφάχτηκαν κι ο ίδιος ο Αλιό - πασάς τραυματίστηκε βαριά. Βαριά λαβωμένο τον κουβάλησαν το πρωί στο Κάστρο του Βόλου όπου και πέθανε (Γ. Θωμάς).

«Ο δε αιμοβόρος και των θηρίων ανημερώτερος Αλιόπασας... ο Αλιτήριος ... εις το κάστρον του Βώλου απέρριψε την μιαράν του και αχρειεστάτην ψυχήν. Ούτος ο πασιάς, ως λέγεται, αν δεν ήθελε φονευθή, όλα τα είκοσι τέσσαρα χωρία του Βώλου ήθελε εξ αποφάσεως τα χαλάσει. Αλλ' έφθασεν η οργή του θεού εις την μιαράν του κεφαλήν και εψόφησε χωρίς να βάλη εις πράξιν την απόφασίν του. Και ούτως ελευθερώθησαν τα δυστυχή 24 χωριά από τον αναπόφευκτον κίνδυνον» (Γ. Ρηματισίδης). Ο Ρηματισόπουλος είχε λάβει μία μορφή εκδίκησης με το θάνατο του Αλιό πασά για τα δεινά που έφερε στην οικογένεια του και στο χωριό του. Ωστόσο, οι πηγές μας δε μαρτυρούν αν ο ίδιος συμμετείχε στην επίθεση των στρατευμάτων του Καρατάσου εναντίον του πασά στο λόφο της Γατζέας. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε κάτι τέτοιο, αν σκεφτούμε πως ο ίδιος ο Ευστάθιος ήταν Δέκαρχος στο επαναστατικό σώμα του Καραπαρίση, το οποίο με τη σειρά του άνηκε στα στρατεύματα των οποίων ο Καρατάσος ηγούνταν. Κατά τη μάχη της Γατζέας, έλαβαν μέρος πολλά επαναστατικά μπουλούκια σαν αυτό του οποίου ηγούνταν ο Ρηματισίδης.



Ο Κιουταχής

Η νίκη αυτή των επαναστατών αν και μεγάλη, δεν απέφερε τους επιθυμητούς καρπούς. Σύντομα ένα άλλος πασάς αντικατέστησε τον Αλίο. Ο αντικαταστάτης του Αλίοπασα, Μεχμέτ Ρουσήτ πασάς Κιουταχής ήταν το ίδιο αιμοβόρος μα πιο άξιος. Και τυχερός. Οι Τούρκοι, με αρχηγό πλέον τον ίδιο τον Κιουταχή, αφού ξεκαθάρισαν την κατάσταση, στις αρχές του 1823, βάδισαν προς το νότιο Πήλιο και χτύπησαν τις δυνάμεις του Μήτρου Μπασδέκη και των άλλων καπεταναίων στο Λεφόκαστρο, κοντά στην Αργαλαστή. Οι επαναστάτες αναγκάστηκαν τότε να αποσυρθούν στο Τρίκερι και να ενωθούν με το κύριο ελληνικό σώμα που διοικούσε ο Καρατάσος. Το Φθινόπωρο του 1823 και μετά από σφοδρές μάχες μηνών, τα πολεμοφόδια και οι προμήθειες των αγωνιστών άρχισαν να τελειώνουν. Η κατάσταση έγινε τραγικότερη για τους Πηλιορείτες μετά την κατάληψη της Εύβοιας από τους Τούρκους, γεγονός που σήμαινε και τη διακοπή του ανεφοδιασμού τους από την Πελοπόννησο. Το Τρίκερι προπ΄θργιο του επαναστατικού ξεσηκωμού από το 1821, παραδόθηκε στους τούρκους με συνθηκολόγηση το Φθινόπωρο του 1823 (Γ. Θωμάς).



Τα (24) χωριά του Πηλίου

Η συνθηκολόγηση του Καρατάσου σήμανε και το τέλος του ξεσηκωμού της Θεσσαλομαγνησίας. Ο Πηλιορείτικος αγώνας, ισχυρός και δραματικός για τρία τουλάχιστον χρόνια, πνίγηκε στο αίμα του. Υπολογίζεται πως με βάση το χρονικό σημείο από την καταστροφή της Συκής, το Μάϊο του 1822, μέχρι τη συνθηκολόγηση του Τρικερίου το Φθινόπωρο του 1823, μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο, οι επαναστάτες Συκιώτες είχαν περισσότερες από 100 συμπλοκές με Τούρκους, από τους οποίους σκότωσαν εκατοντάδες και αιχμαλώτισαν επίσης αρκετούς. Με τη δύση της Επανάστασης, οι πολεμιστές του Ρηματισόπουλου γύρισαν στο έρημο και κατεστραμμένο χωριό της Συκής. Έσκυψαν ξανά το κεφάλι και βάλθηκαν να ανοικοδομήσουν τα σπίτια τους, μαζί και τις διαλυμένες ζωές τους. Όσο για τον ίδιο τον Ευστάθιο Ρηματισόπουλο, το γενναιότερο των Συκιωτών εκείνης της περιόδου, η οδύσσεια δεν είχε ακόμη τελειώσει. Σύμφωνα με το Χρονικό, ο Ευστάθιος τα επόμενα χρόνια θα αγωνισθεί να σώσει τα μέλη της οικογένειας του που αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους κατά την καταστροφή του χωριού το 1822: τη γυναίκα του Περιστέρα, τους γιούς του Δημήτρη και Παρίση και τις κόρες του Αλεξάντρα, Τριανταφυλλιά και Μαριγώ. Ο αγώνας του θα συνεχιστεί ως το 1826. Θα κατορθώσει να εξαγοράσει τη γυναίκα του και έναν εκ των δύο υιών του. Το 1826 γεννήθηκε ο Γεώργιος Ρηματισόπουλος ή Ρηματισίδης, συγγραφέας του Χρονικού και οπλαρχηγός στην επανάσταση του 1878, ήρωας της δεύτερης μάχης της Μακρινίτσας και ιεροδιδάσκαλος. Ο τελευταίος εκ των υιών του Ευστάθιου Ρηματισόπουλου.


Στους αγώνες που θα ακολουθούν μετά το 1821, οι Συκιώτες δε θα μείνουν άπραγοι. Συμμετοχή τους υπάρχει στις συμπλοκές του 1827, αλλά και στις επαναστάσεις του 1854 και του 1878 αντίστοιχα. Η κοινωνία του χωριού μας μέχρι το 1881 συνεχίζει να μάχεται ενάντια στην αδικία και στους Τούρκους. Οι απλοί και φτωχοί Συκιώτες συνεχίζουν να υπομένουν βάσανα και κακουχίες, ακόμη και από συγχωριανούς τους, οι οποίοι είχαν εισαχθεί εκ νέου ως Πρόκριτοι και Κοτζαμπάσηδες στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Συνέχισαν όμως να προσμένουν την ημέρα της ελευθερίας. Η οποία ήρθε, σχεδόν 60 χρόνια αργότερα, το 1881, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Βασίλειο της Ελλάδας.